δελέασμα

δελέ-ασμα, ατος, τό,
A = δελέαμα, δέλεαρ, Ar.Eq.789.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δελέασμα — το (Α δελέασμα) [δελεάζω] νεοελλ. ο δελεασμός αρχ. το δόλωμα …   Dictionary of Greek

  • δελέασμα — το απάτη, παραπλάνηση: Πρόσεχε τα δελεάσματα των εύκολων υποσχέσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δελεασμάτων — δελέασμα neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάσμασι — δελέασμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάσμασιν — δελέασμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάσματα — δελέασμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάσματι — δελέασμα neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάσματος — δελέασμα neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελέαμα — δελέαμα, το (Α) το δόλωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. αντί δελέασμα*] …   Dictionary of Greek

  • ԴԵՂԱՏՈՒՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 1 0609 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 10c, 13c գ. ԴԵՂԱՏՈՒՈՒԹԻՒՆ գրի եւ ԴԵՂԱՏՈՒԹԻՒՆ. φαρμακία medicandi actio, medicamentum Տալն զդեղ. բժշկականն (արուեստ). ... *Տեղի տալով, որպէս բժիշկ՝ հիւանդաց, զի դեղատութիւնս …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • δελεασμός — ο το δελέασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.